Γκουέρνικα


Τι βγήκες στο παράθυρο γυναίκα;
Τόσο αλλόκοσμα σου φάνηκαν όλα αυτά;
Ποια οσμή ζεστού αίματος σε οδήγησε ως το μάνταλο;
Το κλάμα ποιας μάνας σε έφτασε ως το πρεβάζι;
Ποιου γιου σου, ποιου κύρη σου και ποιου εραστή η προσφώνηση ως το παράθυρο σε φέραν;

Ήταν κραυγή, όχι προσφώνηση, κραυγή έρημη μάνα, κυρά και ερωμένη…
Κραυγή απελπισμένη, γιατί δεν σ’άφησαν να πολεμήσεις
Γιατί δε σ’άφησαν να αντισταθείς.
Τα στήθη σου δεν πρόκαμες να τα προτάξεις
Και ηρωικά κι αντρίκια να πεθάνεις
Καθώς σε δίδαξε η ιστορία
Ήθελες μόνο να μπορούσες να κοιτάξεις προς τον ουρανό
Την ώρα που αποφάσισαν οι άνανδροι να πολεμήσουν
Μα το βλέμμα κείνη την ώρα ήτανε στο τσουκάλι,
Το βλέμμα ,απροετοίμαστο, δεν ήταν παρά στη ρώγα που βυζαίνει το μωρό
Το βλέμμα είχε μείνει μια στιγμή στο ποτισμένο χώμα που μοσχοβολούσε
Ανάμεσα στο μάτι της βελόνας και σε μια κλωστή
Το βλέμμα είχε σφαλίσει σε ένα φιλί αποχαιρετισμού
«να φύγεις αγάπη μου, να πας να πολεμήσεις και να γυρίσεις ήρωας…»

Και τώρα, σαν μια στιγμή μονάχα μακριά,
Το ολόδικό σου βλέμμα να αιωρείται από το κούφιο σου παράθυρο, γυναίκα,
Να αιωρείται πάνω από μέλη τόσο γνωστά
-κείνο το χέρι δεν είναι που πρώτο μού χάιδεψε όλο έρωτα τα μαλλιά;
Μα, όχι, όχι, είναι εκείνο που μια φορά παιδί που έπεσα,
Απλώθηκε όλο αγάπη να με σηκώσει!
Τι λέω… τώρα που απλώνω το φανάρι πόσο ξεκάθαρο μου είναι…
Είναι εκείνο το χέρι που χτες ακόμα μου άπλωσε για βοήθεια,
Κι εγώ στάθηκα να βοηθήσω
Κείνο το χέρι που με τόση δύναμη κάτω με τράβαγε
Και έσκυβα και προσπαθούσα να σηκώσω με κόπο
Και μελανιάζανε στο σφίξιμο τα δάχτυλα
Και τα κατάφερα, κι εγώ και το χέρι, όρθιοι να σταθούμε
Κατάκοποι, μα ευτυχισμένοι που άσκοπα δεν ιδρώσαμε…
Εκείνο το χέρι είναι

Άσκοπα; Αυτός ήταν ο σκοπός;….


Η Άνοιξη έτρεξε προς την γειτονιά μας
Με όλα της τα λούλουδα και τα τραγούδια στο καλάθι
Μα τρόμαξε…πού ήταν τόσον καιρό;
Έσκυψε ντροπιασμένη το κεφάλι
Μάζεψε τους λεμονανθούς από το ματωμένο χώμα
Και έφυγε βουβή με μάγουλα μουτζουρωμένα από τη στάχτη….

1 σχόλιο:

solomantzaros είπε...

Tώρα κατάλαβα καλύτερα γιατί σε άγγιξε τόσο ο πίνακάς μου.